Menelaos Katafigiotis

Η Μορφοπλαστική δύναμη τόυ Μενελάου Καταφυγιώτη

του Βασου Α, Κουντουρίδη
(Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1988)

Τό κείμενο πού άκολουθεί άποτελεί κριτική άνάλυση τοΌ έργου τού γνωστού Έλληνο-αμερικανού ζωγράφου Μενέλαου Καταφυγιώτη. Τό άναδημοσιεύομε από τήν ετήσια, ωραιότατη καί πάντοτε ένδιαφέρουσα "Φιλολογική Πρωτοχρονιά" τού 1988, μέ τήν εύκαιρία της εκθέσεώς του, πού θά γίνη στήν περίφημη KOUROS GALLERY στήν Νέα Ύόρκη, τήν Δευτέρα, 31 'Οκτωβρίου (5-8 μ.μ.) καί Τρίτη. 1 Νοεμβρίου (10 π.μ.- 6 μ.μ.).

Ό Μενέλαος Καταφυγιώτης εχει συμπληρώσει μέχρι σήμερα ενα κύκλο δραστηριότητος στόν καλλιτεχνικό χωρο 32 χρόνων κατά τόν όποίον πέρασε διαδοχικως περιόδους άναπλάσεων της τέχνης του ώς πού νά ώριμάσει καί νά όλοκληρωθεί τό προσωπικό του ϋφος. Ένα ϋφος πού βασίζεται σταθερά όχι μόνο σέ μιά τεχνική δοκιμασμένη, άλλά καί σ' ενα ρυθμό όμοιογενη καί προσωπικό έξαιρετικης δυνάμεως καί ίκανότητος μέ μιά άφθονία... έκφράσεων καί αίσθητικης δυνάμεως άφάνταστα λεπτης.

Γεννήθηκε στά Τρίκαλα της Θεσσαλίας τό 1926 όπου τό 1945 τελείωσε τό Γυμνάσιο. Τά χρόνια της κατοχης είχαν τελειώσει. Τό πατρικό σπίτι όμως είχε άκριβά πληρώσει τό τίμημα της έλευθερίας, γιατί κατά τήν διάρκεια της κατοχης τά επτά άδέλφια του - αύτός ήταν ό μικρότερος - είχαν φυλακισθεί άπό τούς Γερμανούς, οί όποίοι μάλιστα έξετέλεσαν τόν ενα άπ' αύτούς. Ό πατέρας του Άπόστολος, εμπορος καί κτηματίας, δέν μπόρεσε νά άντέξει τόν χαμό του γιου του καί τό 1944 πέθανε κι' αύτός.

Ό Καταφυγιώτης άπό πολύ μικρός είχε μιά έφεση γιά τήν Τέχνη καί πολλές φορές παραμελούσε τά μαθήματά του γιά νά ζωγραφίσει. Τήν ίδέα όμως νά σπουδάσει ζωγραφική τήν ερριξε κάποιος πλασιέ, πού έπισκεπτόταν τό κατάστημα του πατέρα του. Είδε στόν τοίχο κρεμασμένα κάτι σχέδια, ρώτησε τόν πατέρα του ποιανου είναι αύτά κι' όταν του άπάντησε ότι ήταν του γιου του, τότε του είπε ότι αύτό τό παιδί πρέπει νά σπουδάσει ζωγραφική γιατί εχει ταλέντο. Ό πατέρας όμως σύμφωνα μέ τό τότε πνευμα της έποχης, δέν μπορουσε νά φαντασθεί τόν γιό του ζωγράφο. Λίγο-πολύ τό θεωρουσε ντροπή νά γίνει κάποιος γιός του ζωγράφος, όταν τά άλλα του παιδιά είχαν σπουδάσει κι' ήταν τακτοποιημένα στή ζωή τους. Τόσο αύτός όσο καί ή μητέρα του Μαρίνα τόν ήθελαν δικηγόρο, γιατρό ή μηχανικό.

Όμως τά πράγματα άκολούθησαν τόν φυσικό τους δρόμο. Όταν τό 1945 τελείωσε τό Γυμνάσιο, ό πατέρα του είχε πεθάνει καί κανείς άπό τούς δικούς του δέν έφερε άντίρρηση, όταν τους είπε ότι θέλει νά σπουδάσει ζωγραφική. Έτσι ήρθε στήν Άθήνα καί τό 1946 εδωσε έξετάσεις στήν Άνωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών καί πέρασε στό Προκαταρκτικό έχοντας καθηγητή τόν Δ. Μπισκίνη. Τόν έπόμενο χρόνο άναγκάστηκε νά διακόψει γιά νά πάει στρατιώτης (1947-49). Άφου τελείωσε τήν θητεία του έπανήλθε στήν Σχολή καί συνέχισε τίς σπουδές του μέ καθηγητές στίς τάξεις τόν Άνδρέα Γεωργιάδη, τόν Ίωάν. Μόραλη καί στά θεωρητικά τόν Παντ. Πρεβελάκη. Παράλληλα σπούδασε γλυπτική μέ καθηγητή τόν Μιχ. Τόμπρο καί πηρε τό πτυχίο του τό 1954. Στήν ζωγραφική συμφοιτητές είχε τούς Χρ. Καρά, Μαρ. Βατζιά, Μερόπη καί Παρ. Πρέκα κ.α. καί στήν γλυπτική τούς Νικ. Σκλάβο, Άλ. Μυλωνά, Εύάγγ. Μουστάκα κ.α.

Δύσκολα χρόνια πέρασε κατά τήν διάρκεια των σπουδων, δύσκολα καί μετά τήν άποφοίτησή του άπό τήν Σχολή γιατί ή οικονομική κατάσταση της χώρας μας μετά τήν κατοχή καί τόν έμφύλιο πόλεμο ήταν τραγική. Ό κόσμος έλάχιστα ήσχολείτο μέ τήν καλλιτεχνική κίνηση καί τήν άγορά εργων Τέχνης. Παρά ταυτα δέν μπορουσε νά σκεφθεί ότι ήταν δυνατό νά διορισθεί καθηγητής Τεχνικων, γιατί πίστευε ότι θά του άπορροφουσε πολύτιμο χρόνο άπό τήν δημιουργική έργασία του. Ξεκίνησε, λοιπόν, νά παίρνει παραγγελίες γλυπτικης, πράγμα πού του έπέτρεψε νά στήσει άρκετές προτομές καί ήρώα σέ διάφορες πόλεις της έπαρχίας συμπληρώνοντας τά οικονομικά του μέ τυχόν πωλήσεις εργων του ζωγραφικης.

Άπό τά πιό γνωστά του εργα γλυπτικης πού εχουν μέχρι σήμερα στηθεί είναι μιά ύπερφυσική μαρμάρινη προτομή στά Τρίκαλα Θεσσαλίας τού Στρατηγου Χριστοφόρου Χατζηπέτρου, οί μαρμάρινες προτομές στά Τρίκαλα έπίσης του Θύμιου Βλαχάβα, του στρατηγου Γρηγόρη Λιακάτα, της Έλένης Ζωγράφου δωρητρίας του κτιρίου του Ώδείου, οί χάλκινες του Γεωργ. Καραϊσκάκη στά Τρίκαλα καί στό Μαυρομμάτι Μουζακίου, του Μητροπολίτη Τρίκκης καί Σταγων Δωρόθεου καί διάφορα ήρωα σέ αλλες πόλεις, πού άντιπροσωπεύουν γλυπτική έργασία του μέχρι τό 1959, χωρίς βέβαια νά τήν έγκαταλείψει μέχρι σήμερα, αν καί τόν περισσότερο χρόνο του τόν εχει ήδη κερδίσει ή ζωγραφική. Μιά τελευταία έργασία του στόν τομέα της γλυπτικής είναι μιά σέ μεγάλο μέγεθος μαρμάρινη προτομή του Ίπποκράτη, πού τοποθετήθηκε στά προπύλαια της Ίατρικης Σχολης του Πανεπιστημίου του Ρίτσμοντ στήν Βιρτζίνια των Ήνωμένων Πολιτειών.

Τό 1960 στάθηκε ενα δρόσημο στήν πορεία της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας. Ή έδω Βραζιλιανή Πρεσβεία άνεκοίνωσε ότι ζητούσε καλλιτέχνες, οί οποίοι μέ διετές συμβόλαιο θά έχρησιμοποιουντο στή Βραζιλία γιά τήν διακόσμηση (ζωγραφική καί γλυπτική) των δημοσίων κτιρίων της νέας άναγειρομένης Πρωτεύουσάς της. Έτσι πήρε διαβατήριο γιά νά πάει στήν Βραζιλία, όπου θά συναντουσε κι άλλους καλλιτέχνες από αλλα κράτη, όπως Ίσπανούς, Γάλλους, καί βέβαια Βραζιλιάνους. Τήν ανοιξη, λοιπόν, εφυγε γιά τήν Βραζιλία περνώντας γιά λίγο διάστημα άπό τό Παρίσι καί τό Λονδίνο γιά νά πλουτίσει τίς γνώσεις του στά Μουσεία τους.

Στήν Βραζιλία δέν στάθηκε τυχερός γιατί έπειτα από 6 μήνες έργασίας τά εργα σταμάτησαν, γιατί έπεσε ή Κυβέρνηση τού Ντά Σίλβα Κουάντρος κι ανέλαβε στρατιωτική, ή όποία διετήρησε σάνπρωτεύουσα τήν παληά.

Έλεύθερος πλέον άπό κάθε δέσμευση μέ τό Βραζιλιανό κράτος έξακολούθησε νά παραμένει έκεί καί πέραν τής διετίας έργαζόμενος ίδιωτικως καί πραγματοποίησε τό 1962 δύο εκθέσεις στό Ρίο ντέ Τζανέϊρο καί τό Σάο Πάολο καί μιά στήν Άργεντινή στό Μπουένος Άϊρες.

Τό 1963 κατόπιν προτροπής τοϋ Έλληνος Πρέσβεως στήν Βραζιλία πήγε στήν Νέα Ύόρκη των Ήν. Πολιτειών, όπου ή έργασία του εγίνε αμέσως άποδεκτή ύπογράφοντας συμβόλαιο μέ μεγάλη Γκαλερί τής πόλεως. Έγκατεστάθηκε μονίμως εκεί, αλλά συχνά ερχεται στήν Έλλάδα γιά νά εκθέσει εργασία του καί νά επισκεφθεί τήν γενέτειρά του, τά Τρίκαλα. Επιτέλους από τώρα μπορούσε νά άναπνεύσει οίκονομικά καί κάπως απερίσπαστος ν' άφοσιωθεί καί στήν ερευνα έκφράσεων πού θά ικανοποιούσαν τίς καλλιτεχνικές του άναζητήσεις καί συγχρόνως συμπλήρωσε τίς σπουδές του στήν ζωγραφική στήν Ουάσιγκτων School of Art.

Ή προσπάθειά του, έπειτα άπό τόσα πού είδε περνώντας άπό τόσες χώρες καί τίς σπουδές πού είχε κάμει, ήταν νά δημιουργήσει μιά δυνατή καί προσωπική έκφpαση γιά νά μπορέσει ή έργασία του νά ξεχωρίσει μέσα στήν πολυθόρυβη Ν. Ύόρκη, όπου χιλιάδες καλλιτέχνες, άπ' όλες τίς χωρες τού κόσμου, προσπαθούσαν νά έπιπλεύουν και να άποκτήσουν κάποιο ονομα. Γιά νά μπορέσει νά ξεπεράσει τήν δυσκολία αύτή εργάστηκε σκληρά, άλλά τελικά πέτυχε συγκεντρώνοντας στό έpγο του τήν πείρα άρκετων έκφραστικων τρόπων, πού είχε δοκιμάσει μέ έπιτυχία. Ή άποδοχή τής έργασία του από τό κοινό καί τούς κριτικούς, Έλληνες καί ξένους, είναι μεγάλη, άν κρίνει κανένας άπό τήν έπιτυχία, πού είχαν οί εκθέσεις του τόσον έδω οσο καί στό έξωτερικό, οπου απέσπασε βραβεία στίς διεθνείς εκθέσεις Μόσχας 1975 καί Ν. Ύόρκης 1983, καί τό πληθος των Έpγων του, πού βρίσκονται σέ ίδιωτικές συλλογές, σέ Μουσεία καί Πανεπιστήμια τού εξωτερικού, στήν Έθνική Πινακοθήκη μας καί στήν Δημοτική Πινακοθήκη Άθηνων. Άλλωστε πολλοί έκ των κριτικων Τέχνης δέν περιορίστηκαν μόνο στήν κριτική τους έπί τη εύκαιρία μιας έκθέσεώς του, αλλά ασχολήθηκαν εκτενέστερα μέ τήν εργασία του αναλύοντας τό έκφραστικό ύφος τού Καταφυγιώτη.

Ό Μάριο Άλμπετράτζι, κριτικός Τέχνης της έφημερίδας "Ίλ Προγκρέσσο" της Νέας Ύόρκης, σέ μιά μελέτη του γιά τόν Καταφυγιώτη καταλήγει: "Ό Καταφυγιώτης είναι ενας αύθεντικός ζωγράφος - θά έλεγα ενας δυνατός ζωγράφος γιατί στά έργα του παρουσιάζονται στοιχεία παρμένα ανάμεσα άπό τόν χώρο τού συνειδητού καί τού άσυνείδητου - μέ

συμβολικό νόημα καί μορφική βάση καί διακρίνονται γιά τήν σχεδιαστική συνθετική σαφήνεια καί τήν χρωματική εύαισθησία.

Άλλά άς παρακολουθήσουμε αναλυτικώτερα τήν έργασία του από τά πρωτα βήματά του. Άπό τήν άρχή της έργασία του παρατηρούμε μιά φροντίδα ν' αποσυνθέτει τά αντικείμενα καί τίς μορφές καί μιά έπιθυμία του ν' άποφεύγει τό πραγματικό στήν καθαρή μορφή του γιά νά δώσει μιά πραγματικότητα, θά τήν έλεγα ιδεατή, πού

άνταποκρίνεται στόν συναισθηματικό του κόσμο καί τόν ίκανοποιεί πνευματικά. Ό τρόπος αύτός της έργασίας τόν οδήγησε σ' αυτό πού λέμε "δημιουργία προσωπικού ύφους". Καί είναι βέβαιο ότι κάτι πού πηγάζει άπό τόν έσωτερικό μας κόσμο δέν μπορεί παρά νά είναι ειλικρινές, νά είναι μοναδικό καί άληθινό.

Στά παληότερα έpγα του μεταχειρίζεται σέ πλείστες περιπτώσεις χρώματα ουδέτερα φαιά, ώχρες, τά όποία δέν διστάζει νά άπλώσει καί έξω άπό τό περίγραμμα τών άντικειμένων. Άντιθέτως στήν τελευταία δεκαετία τό χρωμα σταματα στό περίγραμμα καί παίρνει μιά πιό καθοριστική λειτουργικότητα. Γίνεται πιό εύαίσθητο, πιό απαλό καί χαρωπό. Τά κίτρινα, τά πράσινα, τά κόκκινα, τά μπλέ είναι καθαρά (Γυμνό στήν άμμουδιά - Βιολέττα) καί γίνονται πάνω στούς πίνακες ενα τραγούδι χαρωπό.

Σήμερα τά εργα του είναι τό αποτέλεσμα τών αίσθητικων καί συναισθηματικων του δυνατοτήτων μέ βοηθό τήν πείρα καί τήν φαντασία, γιατί ό Καταφυγιώτης είναι ζωγράφος του ατελιέ καί όχι του υπαίθρου, τό οποίον θά μπορουσε νά του φέρει τήν έξάντικειμένου βοήθεια. Κι' είναι πολύ περίεργο αυτό, γιατί τά παιδικά του χρόνια τά πέρασε κοντά στά κτήματα του πατέρα του. Όμως τά έργα του είναι άπλές άναμνήσεις από τήν ζωή του αυτή κοντά στή φύση, στούς ανθρώπους καί στ' αλογα του κτήματος.

Οί μορφές αυτές των ανθρώπων καί των αλόγων του κτήματος έχουν άκινητοποιηθεί καί διαδοχικά ταυτίζονται μέ τίς παιδικές του αναμνήσεις, πού εζησε σ' ενα τόσο έλεύθερο φυσικό περιβάλλον, τρέχοντας καί παίζοντας μέ τά παιδιά της ηλικίας του καί τ' αλογα, άπολαμβάνοντας συγχρόνως στίς ζεστές μέρες του Θεσσαλικου κάμπου

τόν ήλιο μέ τό εκτυφλωτικό κίτρινο φως του, πού τόσο συχνά συναντουμε στά έργα του. Όλες αυτές οί άναμνήσεις είναι απλώς μιά απαρχή, ενα ερέθισμα, γι' αυτό δέν είναι κατ' εικόνα καί ομοίωση όλων αυτών πού εζησε.

Ή ζωγραφική του γιά νά φθάσει έδω πού βρίσκεται πέρασε άπό άρκετά στάδια όπως του εμπρεσιονισμού, μετεμπρεσιονισμου, έξπρεσιονισμου καί κυβισμού γιά νά καταλήξει έδω καί άρκετά χρόνια σέ μιά έκφραση καί χρωματολογία, πού είναι τό άποτέλεσμα της έμπειρίας του άπό τήν γνωριμία μέ τίς αλλες τεχνοτροπίες καί πού τουδίνει μιά ίδιαίτερη θέση μέσα στό πνέυμα της σύγχρονης Τέχνης.

Είδικότερα μπορούμε νά διαπιστώσουμε ότι ό έξπρεσιονισμός του χάρισε τήν διαμόρφωση της χρωματολογίας του, ό κυβισμός τήν γεωμετρικότητα στήν ανάλυση των μορφών καί των άντικειμένων καί ό έμπρεσιονισμός τήν μαγεία του φωτεινου ζωγραφικου χώρου, χωρίς βέβαια νά μπορουμε νά βρουμε κάτι άπό τόν Μπράκ καί τόν Πικάσσο ή άπό τήν θερμή παλέττα του Μονέ. Στήν ζωγραφική του βρίσκουμε σ' αύτές τίς τόσο άπλές συνήθως φιγούρες μιά ρωμαλεότητα σχεδιαστική καί πνευματική, άπό τήν οποία δέν λείπει καί ό συναι σθηματισμός, πού προσθέτει στίς συνθέσεις του ένα λυρισμό, ό οποίος κατορθώνει νά συγχωνεύσει δύο φαινομενικά ασυμβίβαστες τεχνοτροπίες, τόν κυβισμό καί τόν έξπρεσιονισμό, στίς περιπτώσεις πού συνυπάρχουν.

Ό χωρος όπου τοποθετείται ή δράση καί κινείται τό θέμα είναι φανταστικός, απλός καί έχει μιά ιδιαίτερη πλαστικότητα από τίς χρωματικές συμφωνίες καί άντιθέσεις, πού τόσο αποτελεσματικά παραθέτει, δίνοντας συγχρόνως ενα ρυθμό ζωηρό καί ζωντανό μέ τήν βοήθεια των τεμαχισμένων χρωματικων έπιφανειών.

Στά πρώτα έργα του μετά τήν άποφοίτηση από τήν Σχολή έντονη είναι ή παρουσία μιας μετεμπρεσιονιστικής εκφράσεως μέ παχύ στρώμα χρώματος τοποθετημένου μέ μικρές πινελλιές κι' ένα περίγραμμα λεπτό, πού καθορίζει τήν εκταση των χρωματικων επιφανειών. Στά μεταγενέστερα ελευθερώνεται από τό αυστηρό περίγραμμα του σχεδίου, ή γραφή του αποκτά μιά ορμητικότητα γεωμετρική καί τό χρώμα στό θέμα του έλευθερωμένο θά καθορισθεί μέ επάλληλα στρώματα πάνω σ' ένα κάμπο απλό, συνήθως δίχρωμο, καί έντονο, πού θά τονίσει τήν προβολή του κυρίου θέματος. Στά τελευταία έργα του εμφανίζεται πιό ήρεμος στή γραφή καί στό χρώμα, πιό ρεαλιστής, μ' ένα περίγραμμα τό οποίον περιγράφει μέ δυναμική κίνηση έντονα καί διακεκομμένα τά επί μέρους τμήματα μιας φιγούρας. Ή δύναμη πού παρουσιάζουν τά έργα αυτά δέν είναι βεβιασμένη γιατί προέρχεται από μία έκ βαθέων παρόρμηση.

Στά θέματά του, πού είναι διάφορα, έπικρατουν ό άνθρωπος καί τό άλογο. Δέν άποζητεί νά καταγράψει τίς όπτικές έντυπώσεις του. Γι' αυτό χωρίς νά φθάνει στήν κατάργηση των μορφων τίς απλοποιεί στό ελάχιστο καί τίς τεμαχίζει μέ κάθετες, διαγώνιες καί οριζόντιες γραμμές σέ σημείο νά νομίζει κανείς ότι είναι είκόνα γλυπτικού έργου, πού σχηματίσθηκε άπό τήν συγκόλληση τεμαχίων λαμαρίνας. Μεταφράζει έτσι τήν αγωνία του συγχρόνου ανθρώπου καί τό κοινωνικό άγχος. Συνέπεια όλων αυτών είναι τά σχέδιά του ν' αποκτήσουν μιά ελευθερία μέ μιά σύγχρονη αντίληψη αποδόσεως, πού παρά ταυτα είναι δύσκολο νά τήν κατατάξουμε σέ κάποια γνωστή τεχνοτροπία.

Στά νεώτερα εργα του πού εξέθεσε τόν περασμένο χρόνο σέ Γκαλερί της Άθήνας, αυτές οί τεμαχισμένες μορφές μέ διάφορες ευθείες γραμμές (Πορτραίτο ανδρός ίη Grey - Πορτραίτο ενός νέου - Ανδρική φιγούρα) πραγματοποιούνται τώρα κατά τό πλείστον μέ κυρτές οί όποίες εχουν τό χάρισμα της γυναικείας χάριτος γι' αυτό καί τά γυναικεία γυμνά του καί τά πορτραίτα έχασαν τόν γεωμετρισμό καί τόν έπιπεδισμό, πού παρουσίαζαν παλαιότερα καί πήραν μιά πιό ρεαλιστική ανθρώπινη όψη, απέκτησαν σάρκα (Ξαπλωμένο γυμνό) χωρίς νά έχει απαρνηθεί τήν κατά ενα τρόπο "πρισματική" ανάπλαση των μορφων.

Τά σχέδιά του μέ μελάνι εχουν μιά αέρινη φρεσκάδα καί λεπτότητα. Είναι ενα ευχάριστο συνεχές παιγνίδισμα των γραμμών, πού πολλές φορές καταλήγουν σέ μιά διακριτική κυβιστική έκφραση των μορφών.

Ό Καταφυγιώτης γιά νά φθάσει στό σημείο πού εφθασε σήμερα ή ζωγραφική του, δέν έγκατέλειψε ποτέ τίς βάσεις μιας κλασικής παιδείας στό σχέδιο γιά ν' άπογυμνώσει τόν είκονογραφικό του χωρο άπό τήν παρουσία του άντικειμένου. Σεβάστηκε τήν παρουσία του καί κρατήθηκε μακριά από ακραίες σύγχρονες τάσεις, οί όποίες μέ τήν παρέλευση του χρόνου - οί περισσότερες - αμφισβητήθηκαν. Αυτό τό "πιστεύω" του καί ή αδιάκοπη εργασία καί έρευνα τόν βοήθησαν σιγά-σιγά, αλλά σταθερά ν' ανέβη τίς βαθμίδες της έπιτυχίας.